Δοβρουτσά


Δοβρουτσά
(ρουμ. Dobrogea, βουλγ. Dobrudza). Ιστορική γεωγραφική περιοχή (23.300 τ. χλμ.) της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ορίζεται στα Β και Δ από τον κάτω ρου του Δούναβη και στα Α από τον Εύξεινο Πόντο. Το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής (τα δύο τρίτα) βρίσκεται στη νοτιοανατολική Ρουμανία, ενώ το υπόλοιπο καταλαμβάνει τμήμα της βορειοανατολικής Βουλγαρίας. Η περιοχή είναι κατά μεγάλο μέρος πεδινή και διακόπτεται από μικρά λοφώδη υψώματα. Οι ακτές είναι συνήθως χαμηλές και ελώδεις, κυρίως εξαιτίας του εκτεταμένου δέλτα του Δούναβη, που περιβάλλεται στα Ν από μεγάλες λιμνοθάλασσες, όπως της Ραζέλμ και της Σινόε. Ο πληθυσμός ασχολείται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, καθώς και με τις βιομηχανίες που σχετίζονται με τους δύο αυτούς κλάδους. Παράλληλα, μεγάλη τουριστική ανάπτυξη παρουσιάζουν ιδιαίτερα οι παράκτιες περιοχές της Ρουμανίας. Μεγαλύτερη πόλη είναι η Κωνστάντζα, σημαντικό ρουμανικό λιμάνι στον Εύξεινο Πόντο. Άλλες αξιόλογες πόλεις είναι η Τούλτσεα στη Ρουμανία και η Σιλίστρια και το Ντόμπριτς στη Βουλγαρία. Ιστορία. Κατά τον 6ο αι. π.Χ. η περιοχή κατακτήθηκε από Έλληνες, οι οποίοι ίδρυσαν αποικίες κατά μήκος των ακτών του Εύξεινου Πόντου. Αργότερα η Δ. αποτέλεσε μέρος της Ρωμαϊκής και στη συνέχεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Κατά τον 12ο αι. συμπεριελήφθη στη Β’ βουλγαρική αυτοκρατορία. Περιήλθε στην κατοχή των Τούρκων το 1411 και παρέμεινε υπό τουρκική κυριαρχία για τους επόμενους πέντε αιώνες. Το σημερινό εδαφικό καθεστώς ισχύει από το 1940, οπότε καθορίστηκε με τη συνθήκη της Κραϊόβας. Το ρουμανικό χωριό Γκιούργενι στην περιοχή Δοβρουτσά της νοτιοκεντρικής Ευρώπης, που μοιράζεται ανάμεσα στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ρουμανία — Κράτος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Συνορεύει στα Β με την Ουκρανία, στα Δ με την Ουγγαρία και τη Σερβία, στα Ν με τη Βουλγαρία, ενώ στα Α βρέχεται από τη Μαύρη Θάλασσα.H Pουμανία ανήκει στην παραδουνάβια Eυρώπη κι εισχωρεί σαν σφήνα στο σλαβικό… …   Dictionary of Greek

  • Βουλγαρία — Κράτος της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στη Βαλκανική χερσόνησο.Συνορεύει στα Β με τη Ρουμανία, στα Δ με τη (Νέα) Γιουγκοσλαβία (ΒΔ) και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΝΔ), στα Ν με την Ελλάδα και την Τουρκία, ενώ Α βρέχεται από… …   Dictionary of Greek

  • Σκύθες — Αρχαίος λαός που κατοικούσε στη νότια Ρωσία και τον οποίο γνωρίζουμε από τις πληροφορίες που δίνει ο Ηρόδοτος στο 4o βιβλίο του, καθώς και από τα αρχαιολογικά ευρήματα σε μια μεγάλη περιοχή, που εκτείνεται από τις ακτές της Μαύρης θάλασσας ως την …   Dictionary of Greek

  • Βαλκανική χερσόνησος — Είναι η ανατολικότερη από τις τρεις ευρωπαϊκές χερσονήσους που βρέχονται από τη Μεσόγειο. Τα όριά της είναι μερικώς ακαθόριστα, επειδή δεν υπάρχει ένα σαφές διαχωριστικό φράγμα στα βόρειά της, όπου συνδέεται σε μήκος περίπου 1.200 χλμ. με τον… …   Dictionary of Greek

  • Βαλκανικοί πόλεμοι — Ονομάζονται έτσι οι δύο πόλεμοι των ετών 1912 13 που έγιναν στα Βαλκάνια, ο πρώτος μεταξύ των συμμάχων Ελλάδας, Σερβίας, Μαυροβουνίου και Βουλγαρίας εναντίον της Τουρκίας και ο δεύτερος της Ελλάδας και της Σερβίας εναντίον της Βουλγαρίας. Α’ Β.π …   Dictionary of Greek

  • Βάρνα — Πόλη (314.539 κάτ. το 2001) της ΒΑ Βουλγαρίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου διοικητικού διαμερίσματος (11.920 τ. χλμ., 887.222 κάτ. το 2001), το οποίο περιλαμβάνει τις ανατολικότερες διακλαδώσεις του Ντελί Ορμάν (Λούντα Γκόρα) και του Αίμου (Στάρα… …   Dictionary of Greek

  • Βουκουρέστι — (ρουμ. Bucuresti). Πόλη (2.016.131 κάτ. το 1998) και πρωτεύουσα της Ρουμανίας, στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας. Πιο συγκεκριμένα, βρίσκεται στην πεδιάδα της Βλαχίας, μεταξύ του Δούναβη στα Ν και των Καρπαθίων στα Β, στις όχθες του ποταμού… …   Dictionary of Greek

  • Κραϊόβα — (Craiova). Πόλη (313.530 κάτ. το 1998) της νοτιοδυτικής Ρουμανίας και πρωτεύουσα του διαμερίσματος Ντολζ (Dolj, 7.414 τ. χλμ., 734.823 κάτ. το 2002). Είναι χτισμένη σε μια εύφορη πεδιάδα, στην αριστερή όχθη του ποταμού Zίου, στους πρόποδες των… …   Dictionary of Greek

  • Μπέικερ, Σάμουελ Γουάιτ — (Sir Samuel White Baker, 1821 – 1893). Άγγλος εξερευνητής. Σπούδασε στην Αγγλία και στη Γερμανία. Το 1846 ταξίδεψε στη Σρι Λάνκα, τότε Κεϋλάνη, όπου ίδρυσε αγροτική εγκατάσταση. Κατά τη διάρκεια της οκταετούς παραμονής του εκεί επιχείρησε… …   Dictionary of Greek

  • Τραϊανός, Μάρκος Ούλπιος — (Marcus Ulpius Traianus, Ιταλική Ισπανία 53 – Σελινούς, Κιλικία 117). Ρωμαίος αυτοκράτορας, Ισπανικής καταγωγής. Ήταν ο πρώτος Ρωμαίος από επαρχία που ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο. Αφού πολέμησε ένδοξα στη Γερμανία και στην Ανατολή και έγινε… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.